Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Το έθιμο: Τα νυχτέρια

Αναδημοσίευση από  Σιαμ Φηγος:Αγραφα

Αφιέρωμα στη Σούλα Τόσκα-Κάμπα: Το έθιμο του «Νυχτεριού» στην Αργιθέα

Τιμούμε τη σπουδαία λαογράφο Σούλα Τόσκα-Κάμπα, παρουσιάζοντας ένα απόσπασμα από το πρώτο της βιβλίο «Λαογραφικά Αργιθέας Θεσσαλικών Αγράφων» (Αθήνα 1981).

Η ίδια αφιέρωσε το έργο της στη μητέρα της:

«Στη μάνα μου Μαρία που η καλωσύνη και η αγάπη της στάθηκαν για μένα από τα κύρια στοιχεία της ζωής και της ευτυχίας μου.»

Το Έθιμο: Τά Νυχτέρια

(Αυτούσια η αφήγηση από τις σελίδες 107-108)

«Ἕνα συνηθισμένο ἔθιμο στὴν περιοχὴ τῆς Ἀργιθέας ἦταν τὰ νυχτέρια ποὺ ἔκαναν οἱ γυναῖκες τὰ βράδια. Φρόντιζαν τὰ νυχτέρια νὰ γίνονται τὶς χειμωνιάτικες νύχτες ποὺ ἦταν λιγότερες καὶ οἱ δουλειὲς ποὺ εἶχαν καὶ ποὺ ὑπῆρχε κάποιο περιθώριο νὰ ποῦν τὰ δικά τους καὶ νὰ διασκεδάσουν. Κανένα νυχτέρι δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ γίνει Παρασκευή, γιατὶ πίστευαν ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ μποροῦσε ἡ Ἁγία Παρασκευὴ νὰ φέρει κακὸ στὸ σπίτι καὶ στὸ κοπάδι τους. Ὁρισμένες κρατοῦσαν καὶ τὴν Τρίτη. Ἡ κάθε νοικοκυρὰ ἔφερνε στὸ νυχτέρι τὸ πλέξιμό της, τὴ ρόκα μὲ τὸ ἀδράχτι της, τὸ κέντημά της καὶ τὸ ράψιμό της. Αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία δὲν ἔδινε μονάχα σ’ ὅλους χαρά, ἀλλὰ ἦταν καὶ ἡ ἀφορμὴ μὲ τὴ συζήτηση ποὺ γινόταν νὰ γίνουν πιὸ ἐπιτυχημένα τὰ διάφορα σχέδια στὰ κεντήματα, τὰ πλεκτὰ καὶ τὰ ὑφαντά. Ἡ νοικοκυρὰ ποὺ δεχόταν τὶς φιλενάδες της στὸ νυχτέρι ἔκανε καὶ τὴν ἀνάλογη προετοιμασία, ἑτοίμαζε δηλαδὴ πίτες, τραχανά, ἔβραζε κάστανα ἢ ἔκανε στὴ θράκα τῆς φωτιᾶς σπόρους ἀπὸ καλαμπόκια τὶς λεγόμενες παπαδέλες, τηγανίτες κ.ἄ. Τὶς περισσότερες φορὲς συμπλήρωναν τὸ φαγητό τους μὲ βρασμένα κορόμηλα ποὺ τὰ μάζευαν τὸ καλοκαίρι, τἄσκιζαν καὶ τ’ ἄφηναν νὰ λιαστοῦν ὥστε νὰ τὰ χρησιμοποιοῦν τὸ χειμώνα γιὰ φαγητό. Χρησιμοποιοῦσαν ἐπίσης, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, κεράσια καὶ μῆλα ποὺ τὰ ἔκοβαν καὶ τἄλιαζαν τὴν περίοδο ποὺ εἶχαν ὡριμάσει. Ἔτσι τὰ διατηροῦσαν, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ τὰ χρησιμοποιοῦν τὸ χειμώνα.

Ἡ ἀτμόσφαιρα ποὺ ἐπικρατοῦσε στὰ νυχτέρια τῶν γυναικῶν εἶχε μιὰ γραφικότητα ξεχωριστὰ ἐντυπωσιακή. Τὰ λαδοκάντηλα ποὺ ἔκαιγαν, οἱ λάμπες καὶ οἱ φλόγες τῆς φωτιᾶς ἀπὸ τὸ ἀναμμένο τζάκι, ἀντικαθρέφτιζαν στὰ πρόσωπα τῶν γυναικῶν τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἱκανοποίηση γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς καρδιᾶς καὶ τῶν χεριῶν τους ποὺ ἁπλωνόταν πάνω στὸ ὑφαντὸ ἢ τὸ κέντημα γιὰ νὰ γίνει τραγούδι μὲ σχήματα, ὅπως ἡ μελωδία συνταιριάζεται μὲ τὶς νότες.

Οἱ Ἀργιθεάτισσες ποὺ κάθονταν σὲ ξύλινα καθίσματα ἀνάγυρα στὴ φωτιὰ ἢ σὲ ξύλινες καρέκλες κοντὰ στὸ τραπέζι, ἔμοιαζαν μὲ τὶς ἀρχαῖες ὑφάντρες, πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύει τὴ συνοχὴ ποὺ ὑπάρχει σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἑλληνικοῦ βίου ἀπὸ τὰ παλιὰ ὡς τὰ νεώτερα χρόνια.

Μέσα στὴν ἔγνοια ποὺ εἴχανε γιὰ τὴν ἀποτύπωση τῆς ὀμορφιᾶς τους ποὺ ἤτανε καὶ ἐσωτερικὸ βίωμα πάνω στὸ πανί, δὲν ἔλειπαν τὰ ἀστεῖα καὶ τὰ πειράγματα, ἰδιαίτερα γιὰ τὶς ἀνύπαντρες ποὺ συχνὰ οἱ μεγαλύτερες προσπαθοῦσαν ἢ νὰ τοὺς ἀποσπάσουν ἐξομολόγηση γιὰ κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο ποὺ τὶς ἐνδιέφερε ἢ κουβέντιαζαν χωρὶς πρόθεση κουτσομπολιοῦ γιὰ ἄλλες γυναῖκες ποὺ δὲν παραβρίσκονταν στὸ νυχτέρι. Ἐπειδὴ συνήθως στὰ χωριὰ ὑπάρχουν διάφοροι χαρακτηριστικοὶ τύποι ποὺ ἡ συμπεριφορά τους ἢ ἡ νοημοσύνη τους ἐπέτρεπε φαιδρὰ σχόλια, μποροῦσαν ν’ ἀναφερθοῦν καὶ σ’ αὐτὰ γιὰ νὰ ποικίλουν τὴν ὅλη ἀτμόσφαιρα ποὺ ἐπικρατοῦσε.

Πολλὲς φορὲς στὰ νυχτέρια παραβρίσκονταν καὶ ἄντρες οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἀπασχολοῦνταν μὲ προσωπικὲς ὑποθέσεις σιγοκουβεντιάζοντας κοντά τους, κι ἄλλοτε συμμετεῖχαν στὸ κουβεντολόι ἢ ἔδιναν τὴ γνώμη τους σὲ διάφορα θέματα ποὺ οἱ Ἀργιθεάτισσες εὕρισκαν τὴν εὐκαιρία νὰ ἀναφερθοῦν μέσα στὶς ἔγνοιες ποὺ τὶς ἀπασχολοῦσαν στὰ νυχτέρια.

Στὴ συνάντηση αὐτὴ γινόταν κ’ ἕνα εἶδος συναγωνισμοῦ ποιὰ ἀπὸ τὶς γυναῖκες θὰ τέλειωνε γρηγορότερα τὸ ἐργόχειρό της καὶ φρόντιζαν ἡ κάθε μιὰ νὰ κάνει τὸ καλύτερο σχέδιο. Γιὰ φῶς χρησιμοποιοῦσαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς λάμπες καὶ τὰ λυχνάρια, κεδρόξυλα ποὺ τἄβαζαν στὴ φωτιὰ καὶ ποὺ ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ λαμπαδιάζουν καὶ νὰ ρίχνουν πλούσιο φῶς σ’ ὁλόκληρο τὸ δωμάτιο. Δουλεύοντας καὶ τρώγοντας ἔλεγαν διάφορες ἱστορίες, αἰνίγματα, ἀκόμα καὶ τραγούδια. Πρὶν νὰ τελειώσουν, ἀποφάσιζαν σὲ ποιὸ σπίτι θὰ γίνει τὸ ἑπόμενο νυχτέρι. Δὲν ἔλειπαν καὶ τὰ τραγούδια ποὺ τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρονταν στὴν ἀγάπη καὶ στὴν ξενιτιά. Στὸ τραγούδισμα ξεχώριζαν γιὰ τὴ σωστὴ ἀπόδοση καὶ τὰ γυρίσματα, σχεδὸν ὅλες τους. Ἀπὸ τὰ τραγούδια ποὺ ἔλεγαν εἶναι καὶ τοῦτα:»

Τὸ τραγούδι

Τὸ μῆλο ποὔναι στὴ μηλιὰ (Τσάμικο)

Τὸ μῆλο ποὔναι στὴ μηλιὰ τὸ παραγινομένο, δὲ σέπεται, δὲ 'φραίνεται, μούδὲ πουλιὰ τὸ τρῶνε.

Ἔτσι εἶν' ἡ κόρη ἡ ἀνύπαντρη περνάει ἀπ' τὸν καιρό της. Γυρνάει λόγια τοῦ γονιοῦ κι ἀντίλογα τῆς μάνας. — Μάνα μ' γιὰ δὲ μὲ πάντρεψες φοντά 'μαν στὸν καιρό μου, φοντά 'μαν δεκαοκτὼ χρονῶν ψηλὰ στὰ εἰκοσιένα. Βλέπω τὶς συνομήλικες καὶ τὶς συντρόφισσές μου ποὔχουν παιδιὰ στὸ δάσκαλο παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά τους.

(Πρεσβεία Σταμούλη, ἐτῶν 80, Βραγγιανά Θάλεια Τασιά, ἐτῶν 44, Καλή Κώμη)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου